Ο Δαίδαλος ήταν ένας πολύ ταλαντούχος και πετυχημένος αρχιτέκτονας και γλύπτης της
αρχαιότητας. Πάρα την μεγάλη του ικανότητα σ΄αυτό τον τομέα όμως, διέπραξε φόνο από
ζήλια. Σκότωσε τον ανιψιό και μαθητή του Τάλο, όταν διαπίστωσε ότι η ικανότητα και το
ταλέντο του επαρκούσαν στο να τον ξεπεράσουν. Καταζητούμενος από την Αθήνα, διέφυγε
στην Κρήτη μένοντας κάτω από την προστασία του βασιλιά Μίνωα . Αφού έχτισε τα
περίφημα ανάκτορα και τον Λαβύρινθο έζησε εκεί με μεγάλες τιμές. Στο μεταξύ παντρεύτηκε
την σκλάβα Ναυκράτη και απέκτησε μαζί της έναν γιο τον Ίκαρο. Ο Μίνωας
κατευχαριστημένος από τη δουλεία του Δαίδαλου μεν, φοβούμενος όμως δε, μήπως αυτός
φύγει από την Κρήτη και δημιουργήσει και αλλού έργα ανάλογης η μεγαλύτερης δόξας , του
απαγόρευσε την έξοδο του από το νησί.
Ο Δαίδαλος όμως σαν καλός εφευρέτης που ήταν, σχεδίασε ένα μηχανισμό με φτερά που
του επέτρεπε να πετάει. Έτσι απέδρασε από την Κρήτη μαζί με τον γιο του Ίκαρο,
χρησιμοποιώντας αυτή την πρωτοποριακή εφεύρεση. Ο Ίκαρος εξ αιτίας του ενθουσιασμού
του απ αυτή την πρωτόγνωρη εμπειρία, παράκουσε την συμβουλή του πατέρα του, (να μην
πετάει πολύ ψηλά για να αποφύγει το λιώσιμο του κεριού που συγκρατούσε τα φτερά), με
αποτέλεσμα να πάθει ακριβώς αυτό που φοβόταν ο πατέρας του. Αυτό το τόλμημα του
Ίκαρου είχε σαν αποτέλεσμα να πέσει και να πνιγεί στο πέλαγος. Ο πατέρας του έθαψε το
σώμα του Ίκαρου στο κοντινότερο νησί της Δολίχης, το οποίο έκτοτε ονομάζεται Ικαρία.